Ανακοίνωση Άρδην: Το βαθύ κράτος, οι Εκλογές και η αναγκαία πολιτική ανανέωση

Το δυστύχημα των Τεμπών με όλη τη δραματική του ένταση έφερε στο προσκήνιο τη χρεοκοπία του ελληνικού «βαθέος κράτους». 

Στη συζήτηση η οποία ακολούθησε, κυβέρνηση και αντιπολίτευση συγκρούστηκαν γύρω από την προτεραιότητα της ατομικής ή της συλλογικής ευθύνης, γεγονός ακόμα πιο απελπιστικό, καθώς αναδεικνύει την αδυναμία όλων των παικτών του πολιτικού σκηνικού να αντιμετωπίσουν το ζήτημα;: Oι ασύγγνωστες πράξεις και παραλείψεις των εργαζόμενων της πρώτης γραμμής, που αποκαλύπτουν την κατάσταση ενός οργανισμού σε ακραία διάλυση, αποτελούν συνέχεια εκείνων των αλλεπάλληλων υπουργών που, με αβελτηρίες, καθυστερήσεις, λανθασμένες αποφάσεις, άφησαν τα συστήματα και τις δικλείδες ασφαλείας των σιδηροδρόμων σε τέτοιο χάλι. Δεν έχουμε να κάνουμε με την αντιπαράθεση συλλογικής και ατομικής ευθύνης, αλλά με νοοτροπίες, στάσεις και συμπεριφορές που ανατέμνουν το «βαθύ κράτος» από την κορυφή μέχρι τη βάση του.

Σίγουρα, το ελληνικό κράτος δεν είναι μόνο η πλευρά της αποτυχίας που βιώσαμε μέσα από την τραγωδία της 1ης Μαρτίου. Λειτούργησε, για παράδειγμα, στον Έβρο αντιμετωπίζοντας την υβριδική επίθεση της Τουρκίας μέσω του μεταναστευτικού. Αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα των απειλών Ερντογάν και προχώρησε σε ένα ευρύ πρόγραμμα αμυντικής και διπλωματικής θωράκισης –έστω και καθυστερημένα– από το 2019 κι έπειτα. Αξιοποίησε το ξέσπασμα της πανδημίας ώστε να κάνει άλματα στην ψηφιοποίηση στο σημείο που πονούσε περισσότερο: τον ανορθολογισμό του γκισέ, εκεί όπου άλλοτε για την αυτονόητη εξυπηρέτηση τον πολιτών απαιτούνταν πολιτικό βύσμα ή «γρηγορόσημο».

Δεν είναι τυχαίο ότι τα πεδία στα οποία η ελληνική πολιτεία ξεπέρασε την αδράνεια και τους αναχρονισμούς είναι εκείνα στα οποία εξωτερικοί παράγοντες (ο τουρκικός επεκτατισμός, μια παγκόσμια υγειονομική κρίση, η όξυνση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών) την εκβίασαν με τρόπο άμεσο ώστε να το κάνει. Αυτό δείχνει ότι η ελληνική κοινωνία υστερεί σε εγχώρια δυναμική αλλαγής, η οποία,  τουλάχιστον προς το παρόν, προκύπτει μόνον ως έξωθεν επιβαλλόμενη.

Αντίθετα, σε εκείνα στα πεδία της δημόσιας διακυβέρνησης, που καταφέρνουν να μείνουν στο παρασκήνιο, το κράτος παραμένει «συλλογικός ηλίθιος». Αν καταφέρνει και λειτουργεί, τούτο συμβαίνει καθώς ατομικές εξαιρέσεις επιμένουν να παίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους και τη δουλειά τους. και αυτός ο «συλλογικός ηλίθιος» –το βαθύ κράτος– είναι επικίνδυνος.

Ζούμε σε έναν 21ο αιώνα, όπου οι απειλές και οι κίνδυνοι πολλαπλασιάζονται: δημογραφική κατάρρευση, υγειονομική και περιβαλλοντική κρίση, ενεργειακό πρόβλημα, πόλεμος στην Ουκρανία και ένταση της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Ευρασία και τη Δύση, τουρκικός επεκτατισμός, ευθραυστότητα χρηματοπιστωτικού συστήματος, αφασία της εκπαίδευσης της αμάθειας. Οι διαδοχικές κρίσεις συνιστούν τη νέα κανονικότητα, και η έννοια της ασφάλειας επεκτείνεται πέραν των παραδοσιακών τομέων – εθνική, κοινωνική, περιβαλλοντική, ενεργειακή κ.ο.κ. Το κράτος καλείται να ξαναγίνει ισχυρό και να ακονίσει τις παρεμβατικές του δραστηριότητες. Ωστόσο, όχι με τον κάθετο και γραφειοκρατικό τρόπο του παρελθόντος. Σήμερα καλείται να εποπτεύσει, να σχεδιάσει, και να συντονίσει στη λογική μιας πολυεπίπεδης διακυβέρνησης που μπορεί να εμπλέκει πολλούς δημόσιους φορείς, μη κρατικούς φορείς –όπως ΜΚΟ και εθελοντικές οργανώσεις– ακόμα και συμπράξεις ιδιωτικών και δημοσίων φορέων. Επιπλέον σε μία χώρα σαν την Ελλάδα, όπου υπάρχει έλλειμμα παραγωγικών δραστηριοτήτων, καλείται να έχει άμεσο ρόλο στην παραγωγική ανασυγκρότηση, όπως στην αμυντική βιομηχανία κ.ά. Αντίθετα,  ο «ελληνικός δεινόσαυρος», οργανωμένος με την πυραμιδωτή λογική του 1950, έχοντας να επιτελέσει 24.000 αλληλοκαλυπτόμενες αρμοδιότητες, με τους μισούς εργαζομένους του να ξεπερνούν τα 56 έτη, όχι μόνον δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον ρόλο αυτόν, αλλά ήδη κοστίζει πάρα πολλά στην ελληνική κοινωνία – εσχάτως και σε ανθρώπινες ζωές.

Το βαθύ κράτος και τα μνημόνια 

Με το δυστύχημα στα Τέμπη, αναρωτιέται κανείς πώς επιβίωσε των μνημονιακών πολιτικών και το «βαθύ κράτος» , παρά τα δρακόντεια μέτρα και τις τεράστιες θυσίες που κατέβαλε η ελληνική κοινωνία.

Τα κατάφερε διότι επιβλήθηκε στους πολιτικούς συσχετισμούς και υπαγόρευσε ένα μείγμα πολιτικής λιτότητας μέσα από το οποίο, για να διασώσει τον εαυτό του, θυσίαζε τη δυναμική της κοινωνίας καθώς και άλλες νευραλγικές για την βιωσιμότητα της χώρας κρατικές δραστηριότητες.

Σύμφωνα με έρευνα των Γιαννίτση και Ζωγραφάκη (2017), η εκτόξευση των «σκληρών» κρατικών δαπανών (τα αμιγώς λειτουργικά κόστη, πλην των επενδύσεων και των επιτοκίων δανεισμού) συνέβαλαν κατά 91,3% στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της περιόδου 2006-2009. Κατά την περίοδο 2010-2016, όμως, συνεισφέρουν ελάχιστα στη δημοσιονομική εξυγίανση: Το 2016, τις βλέπουμε να συνεισφέρουν θετικά στο δημοσιονομικό ισοζύγιο μόνο κατά 0,7% του ΑΕΠ, ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια συνέχισαν να συνεισφέρουν στα ελλείμματα. Αντίθετα, η επαχθέστατη φορολογία (που συνεισέφερε κατά 10,8% του ΑΕΠ στη δημοσιονομική εξισορρόπηση), καθώς και η δραστική περικοπή των δημοσίων επενδύσεων σε υποδομές, αμυντικούς εξοπλισμούς, κοινωνική πολιτική (2,7% του ΑΕΠ) ήταν τα στοιχεία εκείνα που αντιμετώπισαν τη χρεοκοπία. Γι’ αυτό και η περίοδος της λιτότητας στην Ελλάδα διήρκεσε περισσότερο, είχε μεγαλύτερη έκταση και ένταση σε σχέση με την Πορτογαλία ή την Ισπανία.

Το «βαθύ κράτος», προκειμένου να προασπίσει τον δικό του «λουφέ», έβαλε στην κλίνη του Προκρούστη την άμυνα, την παιδεία, την υγεία, τη δημογραφική πολιτική,. Προκειμένου να το πετύχει, επεδίωξε –και κατάφερε σε μεγάλο βαθμό– την εργαλειοποίηση και της κοινωνικής δυσαρέσκειας έναντι των προγραμμάτων προσαρμογής. Τα κρατικιστικά συμφέροντα ήταν τα πλέον οργανωμένα που παρενέβαιναν στις αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις, καταφέρνοντας πολλές φορές να τις μεταβάλλουν σε όπλο του δικού τους εκβιασμού προς τους κρατούντες: αξίζει να θυμηθούμε την ΕΡΤ.

Γι’ αυτό και, εν τέλει, θα καταφέρουν ακόμα και να εκλέξουν μια αμιγώς δική τους κυβέρνηση: εκείνην του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ, μια συμμαχία των κοινωνικών δυνάμεων του ανδρεϊκού –διορισμένου από την κλαδική ή την τοπική οργάνωση– ΠΑΣΟΚ, με την καραμανλική, λαϊκή και πελατειακή δεξιά. Η φορολογική απομύζηση της κοινωνίας επιτείνεται –ιδίως όσων δραστηριοποιούνται στην μη επηρεαζόμενη από το κράτος οικονομία–, στα υπουργεία κάνουν κουμάντο τα καρτέλ των συντεχνιών. Και καθόλου τυχαία «η θάλασσα δεν έχει σύνορα» και «με την Τουρκία θα το ρισκάρουμε». Εξ άλλου, ο μικροελλαδισμός και ο εθνομηδενισμός είναι ίδιον ενός κρατισμού που δεν αναγνωρίζει καμία άλλη αξία πέραν των μικροσυμφερόντων του – το βιώσαμε δε με τραγικό τρόπο στις εκλογές του 1920 και στη συνέπειά τους, τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Το πολιτικό σκηνικό μετά τα Τέμπη

Η τραγωδία των Τεμπών σηματοδοτεί ένα «ρήγμα αποστασιοποίησης» της κοινωνίας από το σύνολο του πολιτικού κόσμου. Δεν πρόκειται όμως για μια επανάληψη του σκηνικού της προηγούμενης δεκαετίας. Το πλειοψηφικό αίτημα της κοινωνίας θέτει τον πήχη εκεί που τα κοινοβουλευτικά κόμματα δεν φτάνουν: στην εξυγίανση του κράτους.

Το πολιτικό κόστος για τη Νέα Δημοκρατία είναι μεγάλο. Η πορεία της των τελευταίων μηνών την διαψεύδει στο ισχυρό της επιχείρημα: Η αποτελεσματικότητα, η λειτουργικότητα του κράτους και ο εξορθολογισμός των θεσμών είναι υποσχέσεις που τινάχθηκαν στον αέρα από το δυστύχημα των Τεμπών ή την υπόθεση των υποκλοπών. Αυτό που βιώνει, λοιπόν, είναι η αποσυσπείρωση ενός εκλογικού κοινού που στήριζε την κυβέρνηση, όμως δεν ανήκε οργανικά στη Νέα Δημοκρατία. Μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων, οι οποίοι αναγνωρίζουν σήμερα τον εαυτό τους στο κέντρο του πολιτικού φάσματος, έβαλαν πλάτη κατά την υβριδική επίθεση του Έβρου, τη γενικότερη τουρκική προκλητικότητα, την πανδημία, ή με την απόφαση της Ελλάδας να σταθεί στο πλευρό της Ουκρανίας.

Αυτή η κατηγορία πολιτών ήταν εκείνη που συγκρούστηκε με τον ανορθολογισμό των αντιεμβολιαστών, και την προπαγάνδα των ρωσικών τρολ και όχι οι κομματικοί της ΝΔ, και η πλειοψηφία των βουλευτών της, οι οποίοι εν τω μεταξύ επιδιώκουν να δοξάζονται κρυπτόμενοι και ασχολούνται με μικροκομπίνες και διορισμούς: κάποιοι μάλιστα κάνουν «λευκή απεργία» ή απλώς σιωπούν γιατί οι εξελίξεις ξεπερνούν τα πολιτικά τους μεγέθη.

Αυτός ο υγιής κόσμος απογοητεύτηκε, όχι μόνο για τα Τέμπη ή για τις υποκλοπές, αλλά και γιατί η κυβέρνηση απέτυχε στην υπόσχεσή της να υπάρξει υπέρβαση του παλαιοπολιτικού μεταπολιτευτικού μοντέλου,  το οποίο χαρακτηρίζει αρκετές όψεις του ίδιου του κυβερνώντος κόμματος. 

Διότι εν τέλει η αλλαγή που εξήγγειλε ήταν αναιμική: Μια κλειστή ομάδα διακυβέρνησης, που λειτουργεί διαχειριστικά και μόνο, υποπτευόταν τους πάντες γύρω της, δίχως μάλιστα να έχει, ή να προσπαθήσει να διαμορφώσει, το συνεκτικό όραμα που απαιτείται ώστε ο άνεμος της αλλαγής να αποκτήσει βάθος και έρεισμα μέσα στην κοινωνία.

Φυσικά, ο ΣΥΡΙΖΑ ή το ΠΑΣΟΚ δεν θα κάνουν ταμείο από την κρίση της ΝΔ. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε; Αντιπροσωπεύουν μια Ελλάδα που η ελληνική κοινωνία θέλει να αφήσει πίσω της. Το εκλογικό κοινό τιμωρεί τη ΝΔ επειδή δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την υπέρβαση της μεταπολίτευσης –μια και αποτελεί  και αυτή μέρος της– , και όχι για να επαναφέρει τους βασικούς  της εκφραστές.

Αμφότεροι, οι ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ, Τσίπρας και Ανδρουλάκης, εκφράζουν πολύ χαρακτηριστικά τον «ανθρωπότυπο» αυτής της μεταπολίτευσης που εκπνέει: πολιτευτάκηδες, παιδιά του κομματικού σωλήνα, με μόνη ειδίκευση στις εσωκομματικές διαδικασίες, τη μικροπολιτική και την επικοινωνία.

Μετά το δυστύχημα των Τεμπών, ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε για «απουσία Πύργου Ελέγχου» στα τρένα. Κατόπιν, έστησε ένα σώου σε γιαπί στη Λάρισα, μαζί με έναν συνταξιούχο του ΟΣΕ από το 2010, τον οποίον παρουσίασε ως επαΐοντα. Λίγες μέρες μετά, ο Νίκος Ανδρουλάκης κάλεσε τον ελληνικό λαό να ψηφίσει το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ στις επερχόμενες εκλογές, ώστε να γίνει εφικτή η συγκρότηση σχήματος κυβερνητικής συνεργασίας με πρωθυπουργό …«έκπληξη»! Μήπως τον μέντορά του, Βαγγέλη Βενιζέλο, ιδιαίτερα «αγαπητό» από τον Λαό;!

Οι δύο πρόεδροι αποτελούν καθρέφτη των κομμάτων και του σκληρού πυρήνα των ψηφοφόρων τους. Είναι το «παλιό καθεστώς» της μεταπολίτευσης απόλυτα αναντίστοιχο με τις υπαρξιακές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα. Αρκεί να αντιπαραβάλει κανείς τη βαξεβάνεια λασπολογία, το «θα σας τελειώσουμε» του Πολάκη, ή τα ήξεις-αφίξεις του Ανδρουλάκη με τις απαιτήσεις της κορυφαίας παρτίδας γεωπολιτικού παιχνιδιού που διαδραματίζεται μεταξύ Ευρασίας και Δύσης, ή τον βαθμό δυσκολίας που ενέχει η αποτροπή του τουρκικού επεκτατισμού.

Για τον «ρωσικό κόσμο» που θέλει να διασπείρει χάος και σύγχυση μέσα στην Ευρώπη, για την Τουρκία που δεν θέλει την Ελλάδα να εξοπλίζεται, να θωρακίζεται διπλωματικά, και να αντιστέκεται με ομοθυμία στις αξιώσεις της, η επαναφορά αυτού του θλιβερού θιάσου στη διακυβέρνηση της χώρας θα ήταν η καλύτερη δυνατή εξέλιξη.

Και όμως, τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, που δείχνουν μια γενική φθορά, αποτυπώνουν την ανάγκη  για την ύπαρξη μιας δύναμης που θα μπει σφήνα μεταξύ της κυβέρνησης και της σημερινής αντιπολίτευσης για να λειτουργήσει ως θρυαλλίδα ανανέωσης.

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι τέτοια πολιτική δύναμη δεν υπάρχει, παρότι,  σε επίπεδο κοινωνίας, έχει αρχίσει να συγκροτείται ένα νέο πολιτικό ρεύμα. Ωστόσο, αυτό είναι εγκλωβισμένο ακόμα στις συμπληγάδες του χείριστου και του μη χείρονος και δεν θα έχει στις επικείμενες αναμετρήσεις την πολυτέλεια της «ψήφου εκπροσώπησης». Καλείται να ψηφίσει εν πολλοίς αρνητικά. 

Εν τω μεταξύ, το πολιτικό κενό μεγαλώνει. Και η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη μόνον από μια ανανέωση πολιτική, αλλά από μια βαθύτερη αλλαγή. Από ένα κοινωνικό ρεύμα που θα συγκρουστεί με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα εθνομηδενισμού, κρατισμού, διαφθοράς, νεποτισμού, ολιγαρχών, στρέβλωσης των αρχών του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας. Ένα ρεύμα που θα προτάσσει την καταγγελία του «πολιτικού βύσματος» σε κάθε του εκδοχή, του ανορθολογισμού του ελληνικού κράτους, καθώς και των καρτέλ πολιτικής εξουσίας-εργολάβων και συνδικαλισμού που το λυμαίνονται. Ένα ρεύμα που θα στηλιτεύει την κατάρρευση της ηθικής της ευθύνης, και του πατριωτισμού, όχι μόνον στην εθνική του διάσταση, αλλά και στην πιο βασική –της συνεισφοράς και του καθήκοντος έναντι του συνόλου. Ένα ρεύμα που θα απορρίπτει την καθήλωση που παράγει η μεταπολιτευτική ιδεολογία, καθώς και τον αντιδραστικό χαρακτήρα που διαδραματίζει – στην προοπτική ανανέωσης της ελληνικής κοινωνίας, της πολιτικής, των ιδεών και των νοοτροπιών της.

29-3-23

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s